Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

Ω ρεβουάρ!




Ιστορία ολόκληρη έγραψε και εξακολουθεί να γράφει το Au Revoir της Πατησίων.

O Νίκος Τριανταφυλλίδης εξηγεί και ξεναγεί.

Μπαρ Ω Ρεβουάρ μπαρ Μπαρίνο μπαρ Μπον
Σουάρ Μπαρ Τετ α Τετ μπαρ μπαρ μπαρ
ολονύχτια ψιλή βροχή ταξί γνωστοί ουίσκυ και
εγγλέζικα τσιγάρα.*

Είναι το παλαιότερο μπαρ της πόλης, το θρυλικό Au Revoir. Άνοιξε στις 10 Μαρτίου 1958 από τους αδελφούς Θόδωρο και Λύσανδρο Παπαθεοδώρου. Ο Θόδωρος συνταξιοδοτήθηκε πριν από λίγα χρόνια. Ο Λύσανδρος είναι ακόμα εδώ. Τα λέμε κάτω από το βλέμμα του αρχιτέκτονα και διανοητή Αριστομένη Προβελέγγιου - η φωτογραφία του είναι εικόνισμα δίπλα στα μπουκάλια της κάβας. Το Au Revoir είναι δικό του δημιούργημα: «Ο αδελφός μου ήταν βοηθός μπάρμαν στο ΞΕΝΙΑ των Δελφών - τα ΞΕΝΙΑ τότεήταν κορυφαία ξενοδοχεία. Εκεί, λοιπόν, γνώρισε τον ΑριστομένηΠροβελέγγιο και του είπε την ιδέα του, πως θα ήθελε κάποτε να μπορέσει νακάνει κάτι δικό του. “Βρες τον χώρο κι εγώ θα σε βοηθήσω”, του λέει οΠροβελέγγιος. “Με ξεχρεώνεις σιγά σιγά, όταν στρώσει η δουλειά”. Έτσι κιέγινε. Κι από τότε έμεινε ως έχει». Χτίζοντας αυτό τον χώρο, ο Αριστομένης Προβελέγγιος κατοχύρωσε μια για πάντα ένα άσυλο ελευθερίας που θα επιβίωνε κόντρα στον έξω κόσμο, μια Αθήνα που μαραζώνει και σαπίζει μέσα από βάρβαρες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές αλλαγές. «Εμείς είμαστε το μπαρ, το μπαρ το πηγαίναμε όπου θέλαμε», έγραφε ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας πάνω σε αυτό τον πάγκο. Τώρα το μπαρ μας πηγαίνει αυτό κι έτσι, αμίλητοι και μελαγχολικοί σαν τους αγαπημένους πελάτες του κύριου Λύσανδρου, δημιουργούμε τον δικό μας δρόμο μέσα από τον δικό μας χρόνο. Δεν είναι ρετρό, δεν είναι vintage, δεν είναι νοσταλγία: είναι μια αυτόνομη κάψουλα στο αθηναϊκό τοπίο, εκεί όπου βρισκόμαστε ξανά με όσους δεν συναντήσαμε ποτέ. Για κάποιους, μεταξύ των οποίων και ο υπογράφων, το καλύτερο μπαρ του πλανήτη.
«Πολλά πράγματα εγώ δεν ξέρω, αλλά ο Προβελέγγιος ήταν ένας εξαίρετος κι ευγενέστατος άνθρωπος. Βοηθούσε όσο μπορούσε όποιον του το ζητούσε. Κάποιοι φοιτητές είχαν κάνει κατάληψη στο σπίτι του (σ.σ. ο κύριος Λύσανδρος αναφέρεται στην ιστορική κατάληψη της οδού Κεραμεικού) και πήγε η αστυνομία να τους διώξει. Τότε επενέβη ο ίδιος και είπε στους αστυνομικούς να μην ανακατευτούν. Ξενάγησε τους καταληψίες σε ολόκληροτο σπίτι και τους έδωσε τα κλειδιά: “Παιδιά, το βλέπετε πώς είναι, θα μου το παραδώσετε όταν είναι να φύγετε ακριβώς όπως το παραλάβατε. Δεν θα σας πειράξει κανείς, αλλά θα μου δίνετε δέκα δραχμές τον μήνα”. Τις δέκα δραχμές τις ζήτησε ώστε να φαίνεται πως το σπίτι είναι νοικιασμένο και να μην μπορεί νομικά να ακουμπήσει η αστυνομία τα παιδιά. Από αυτό και μόνο καταλαβαίνεις πόσο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ήταν. Γι’ αυτό και τον έχουμε στην καλύτερηθέση στο μπαρ. Τα σκίτσα του τα έφερε κάποιος συνάδελφος και φίλος του.Δεν μπορούσε να λείπει από εδώ ο Προβελέγγιος, που τόσο μας βοήθησε».Τον ρωτάω ποιο ήταν το αγαπημένο του ποτό. «Δεν έπινε ο Προβελέγγιος.Του άρεσε το tomato juice, το Virgin Mary!».
Ο κ. Λύσανδρος θυμάται την οδό Πατησίων με τα τραμ, τα θέατρα και τους κινηματογράφους. Τα περισσότερα καταστήματα έχουν κατεβάσει πλέον ρολά. «Πάνω-κάτω. Πάνω-κάτω, η Πατησίων. Η ζωή μας είναι η Πατησίων». Δεν θα μπορούσε να ‘ναι πιο εύστοχη σήμερα η Κατερίνα Γώγου. Με τις παγωμένες βιτρίνες, τις διαμελισμένες κούκλες, τις ακόμα πιο διαμελισμένες βίζιτες που σκάνε μύτη μετά τα μεσάνυχτα, τους άστεγους στα χαρτόκουτα και τα φαντάσματα του πρόσφατου μέλλοντός μας. Στο νούμερο 136, στη στάση Κεφαλληνίας, ανάβει η νέον πινακίδα του Au Revoir.
Ο κ. Λύσανδρος δεν μασάει τα λόγια του. «Λένε πως κάνουν προσπάθειες να συνέλθει η Κυψέλη μας, αλλά εκτιμώ πως αυτό θα χρειαστεί πολλά χρόνια. Τι περιμένεις, όμως, όταν οι ιδιοκτήτες νοικιάζουν τα παλιά κτίρια ή τα ετοιμόρροπα διατηρητέα σε απελπισμένους ανθρώπους και τους στοιβάζουν κατά δεκάδες μέσα; Βγάζουν ενάμισι χιλιάρικο τον μήνα και δεν τους νοιάζει τίποτα. Επίσης, μην ξεχνάτε πως όλες οι πολυκατοικίες είχαν θυρωρούς. Οι μηχανικοί πουλούσαν τα θυρωρεία μαζί με μια γκαρσονιέρα της κακιάς ώρας στο υπόγειο. Ε, τώρα νοικιάζουν αυτές τις τρύπες, χρεώνοντας κατά κεφαλή».
Όταν πρωτοάνοιξε το Au Revoir, η εφημερίδα «Μεσημβρινή» έγραψε πως άνοιξε ένα μικρό ωραίο μπαράκι στην Πατησίων, αλλά μακριά από το κέντρο. «Όσοι ήρθαν και το γνώρισαν το αγάπησαν πραγματικά και το έκαναν στέκι, ιδιαίτερα καλλιτέχνες όπως οι Χατζηχρήστος, Αυλωνίτης, Στολίγκας, η Μάρω Κοντού, οι αδελφές Καλουτά, η Βέμπο, ο Τραϊφόρος, ο Ηλιόπουλος και άλλοι πολλοί. Αρκετοί δημοσιογράφοι, επίσης. Φροντίζαμε, βέβαια, κι εμείς να το κρατάμε σε κάποια επίπεδα. Δεν το αφήναμε να ξεφύγει. Γιατί, όποιος ξέφευγε πραγματικά με το ποτό, τον έβαζε ο Θόδωρος στη θέση του,λέγοντάς του πως “δεν κάνει για σας ο χώρος”. Και όποιος άσχετος ερχόταν,πραγματικά δεν τον σήκωνε ο χώρος και δεν ξαναρχότανε. Τότε ήταν μια παρέα οι περισσότεροι πελάτες, γνωριζόντουσαν μεταξύ τους. Ήταν στέκι.“Πάω να πιω κανένα ποτό στο Ωρεβουάρ και θα βρω τον τάδε ή τον δείνα καιθα πω δυο κουβέντες ή δεν θα πω καμία”. Το σεβόντουσαν όλοι αυτό.Παλαιότερα ήταν όλοι άνθρωποι κάποιας ηλικίας, των γραμμάτων και τωντεχνών οι πιο πολλοί. Οι νεαροί φοβόντουσαν κι εμείς, από την άλλη, δεν τουςαφήναμε κι εύκολα να μπουν τότε! Όταν κάποιος νεαρός δεν μας “πήγαινε”καλά, του ζητάγαμε ταυτότητα. Λέγαμε πως μέχρι 18 ετών απαγορεύεται να μπεις στο μπαρ. “Δεν έχω ταυτότητα, μα είμαι είκοσι!”. “Μπορεί να είσαι και τριάντα, άμα όμως δεν έχεις ταυτότητα, δεν μπορώ να σε βάλω μέσα”. Αυτόγινόταν ως και τη δεκαετία του ‘70. Στις αρχές του ‘80 αφήναμε και κανέναν νεαρούλη σαν κι σένα, κάνα παιδάκι ευγενικό. Άλλαξε στο μεταξύ κι ο κόσμος - μην ξεχνάμε πως οι παλιότεροι πελάτες, μια και ήταν κάποιας ηλικίας, έναςένας μας εγκατέλειπαν για τον Άγιο Πέτρο. Σήμερα έχει πλέον πολλή νεολαία.Και μπαίνουν άνετα, όχι φοβισμένα, όπως παλιά. Μ’ αρέσει να κουβεντιάζω με τα παιδιά, τους κάνω κομπλιμέντα, τα πειράζω, γελάω μαζί τους... Τα σέβομαι ειλικρινά. Ε, όποιος έρχεται εδώ πλέον ξέρει το γιατί, είναι συνειδητή ηεπιλογή του, δεν έρχεται τυχαία ούτε κατά λάθος. Οι ίδιοι οι γονείς και οι παππούδες λένε τώρα στα παιδιά και τα εγγόνια τους “εδώ ερχόμασταν με τη μάνα σου -ή τη γιαγιά σου- όταν ήμασταν νέοι κι ερωτευμένοι. Έρχονται και μου λένε νέα παιδιά, “ξέρετε, μ’ έστειλε ο πατέρας μου εδώ”».
Ο Ντίνος Ηλιόπουλος με ρωτούσε συχνά για το Au Revoir. «Τι κάνει το μαγαζάκι μας;». Μια φορά, μάλιστα, το σκάσαμε από τα γυρίσματα μαζί με τον Βαγγέλη τον Πλοιό, τον επιστήθιο φίλο του, και ξεκλέψαμε λίγο χρόνο για ένα κοκτέιλ στην Πατησίων. «Ο Ηλιόπουλος δεν έπινε, ένα ποτό έπαιρνεκαι με το ζόρι. Ερχόταν, όμως, για το φαγητό. Του άρεσαν οι ομελέτες μας.Τότε ήμασταν τρεις στο προσωπικό και μαγειρεύαμε κιόλας Φτιάχναμε τραχανά από το χωριό, κάτι σπέσιαλ μπιφτεκάκια, και όταν ήθελε ο Ντίνος ή κανένας άλλος ηθοποιός καμιά μακαρονάδα. Με έπαιρναν τηλέφωνο από το θέατρο και τους την ετοίμαζα με δική μου, ειδική, μυστική σάλτσα».
Στο πατάρι του Au Revoir κλεινόντουσαν -και κλείνονται ακόμη- πολλά ραντεβουδάκια. Εκεί, μεταξύ άλλων νεαρών, και ο Νίκος Νικολαΐδης, που έβγαινε με τη Μαρί-Λουίζ Βαρθολομαίου. Ο κ. Λύσανδρος είναι κατηγορηματικός. «Όποιος ξέφευγε, έπαιρνε δρόμο. “Παρακαλώ, δεν χρωστάτε τίποτα, χαίρετε!”. Κάποτε ήταν ένας κύριος εδώ πάνω με μια κοπελίτσα και κάποια στιγμή ανοίγει η πόρτα, μπαίνει μια κυρία σε ενδιαφέρουσα και κοιτάει προς τα πάνω: “Γιώργο, έλα να φύγουμε που σε χρειάζομαι”. Κατεβαίνει πρώτη η κοπελίτσα, γυρνάει και της λέει η κυρία:“Δεσποινίς μου, σας ευχαριστώ πολύ για την παρέα που κάνατε στον σύζυγό μου!”. Ήταν ο Δημήτρης Ψαθάς στο μπαρ και το έκανε χρονογράφημα».
Είχαν άσχημη φήμη τα μπαρ; «Το λάθος ήταν πως ό,τι κακό γινόταν, μα πορνεία, μα ναρκωτικά, μα ξέρω γω τι, σωματεμπορία, όλα τα ρίχνανε στα μπαρ. Και υπήρχαν τότε σωστά ποτάδικα, σαν το δικό μας. Βέβαια, ο ανυποψίαστος δίσταζε να μπει εδώ μέσα γιατί ήταν και λιγάκι σκοτεινά -περνάγανε απέξω, κοιτάγανε και φεύγανε. Μου το έλεγαν κατόπιν πελάτες:«Φοβόμασταν να μπούμε, δεν ξέραμε τι θα αντιμετωπίσουμε»! Σ’ εμάς τουλάχιστον ερχόντουσαν και γυναίκες μόνες τους, χωρίς να ενοχληθούν.Δεν είχαμε επιτρέψει να ενοχλήσει κάποιος πελάτης μια κυρία ή μια κοπέλα.Είχαμε ανέκαθεν γυναικεία παρουσία, όχι όμως στο προσωπικό, εκτός από την καθαρίστρια. Μέσα από το μπαρ ήμασταν μόνο άντρες. Γιατί; Διότι η γυναίκα σε συνδυασμό με το αλκοόλ μπορεί να δημιουργήσει μεγάλους μπελάδες».
Όλα αυτά τα χρόνια που έρχομαι στο Au Revoir ο κ. Λύσανδρος υπήρξε ο εξομολογητής μου, ο ψυχαναλυτής μου, ο πνευματικός μου, ο φαντασιακός συγγενής που δεν γνώρισα ποτέ. «Θέλεις δεν θέλεις, ο χώρος σε κάνει να σέβεσαι, να εκτιμάς και ν’ αγαπάς τον μοναχικό πότη. Όχι μόνο ως μπάρμαν αλλά και ως άνθρωπος. Αν μπορείς, προσφέρεις και κάτι. Αν π.χ. ένας πελάτης θέλει να κάτσει σε μια γωνία μόνος του και δεν θέλει να ενοχληθεί,αλλά απλά να πιεί τα ποτάκια του και να συγκεντρωθεί ή να ξεφύγει από ταπροβλήματά του, ο καλός μπάρμαν πρέπει να του το εξασφαλίσει. Ένας καλός μπάρμαν οφείλει να ακούει, να κάνει παρέα στον μοναχικό πελάτη, σε αυτόν που τον απασχολεί κάτι. Φεύγοντας, όμως, ο πελάτης, δεν άκουσε, ούτε είδε τίποτα. Τα έχει ξεχάσει όλα. Αλλιώτικα, δεν κάνει γι’ αυτήν τη δουλειά.Επίσης, ένας μπάρμαν δεν πρέπει να πίνει. Δεν παύει το ποτό να είναι αλκοόλ και με το αλκοόλ ξεφεύγουμε καμιά φορά. Ο σωστός μπάρμαν πρέπει να είναι νηφάλιος και να μπορεί, δίχως να προσβάλλει ή να δημιουργεί θέμα, να επαναφέρει, αν χρειαστεί, τον πελάτη στη θέση του. Πάντα με σεβασμό».
Τον ρωτάω για τον αστικό θρύλο που θέλει τον Φρανκ Σινάτρα να περνάει το κατώφλι του μπαρ μετά την εμφάνισή του στο Ηρώδειο. «Ήρθε ο Φρανκ Σινάτρα, αλλά μην τα παραλέμε, δεν ζήτησε να έρθει ειδικά στο Au Revoir.Αυτός που τον συνόδευε τον έφερε εδώ. Και δεν κάθισε, όπως λένε, στο μπαρ, αλλά σε αυτό το κάθισμα που κάθεσαι τώρα εσύ (σ.σ. το μπροστινό τραπεζάκι που βλέπει από την τζαμαρία στην Πατησίων). Είχε δε και το μπουκάλι του μαζί του. Δικό του ποτό, Jack Daniels. Κάθισε κάπου τρία τέταρτα. Ήταν μαζί ο συνοδός του και δύο “φουσκωτοί” - στο διπλανό, όμως,τραπέζι. Αυτός τα έπινε μόνος του. Άφησε βεβαίως ένα πλουσιοπάροχο πουρμπουάρ, ακριβώς όπως θα άρμοζε σ’ έναν Σινάτρα».
Είναι, τελικά, το Au Revoir διατηρητέο; «Μας ζήτησε το υπουργείο Πολιτισμού να γίνει διατηρητέο γιατί το έχει φτιάξει ο Προβελέγγιος, είναι το πιο παλιό μαγαζί της Αθήνας, έχει μεγάλη ιστορία μέσα από τους θαμώνες του. Εντάξει, να γίνει διατηρητέο, τιμή μας, αλλά κάποια στιγμή πρέπει κι εμείς, εγώ κι ο αδελφός μου δηλαδή, να φύγουμε. Πώς θα διατηρηθεί, όταν δεν συνεισφέρουν τίποτα για τα έξοδα συντήρησής του; Ήρθαν οιαρχιτέκτονες, βγάλαν φωτογραφίες κι ένας από αυτούς μας λέει: “Αν κάποτε κλείσει το Au Revoir ή αλλάξει χρήση, θα μπορέσετε να μας δώσετε ορισμένα πράγματα για να αναπαραστήσουμε μια γωνία του κάπου;”. Μάλλον αυτοί θέλουν το ταβάνι, επειδή το ζωγράφισε ο Προβελέγγιος. Μου το ‘χει ζητήσει επίμονα κι ένας γιατρός. Άλλος ήθελε να πάρει τα ποτήρια, άλλος τατραπεζάκια. Ελπίζω να μη φτάσουμε μέχρι εκεί... Ευτυχώς, ο γιος μου, ο Σωτήρης, που το έχει πραγματικά αγαπήσει το μαγαζί, παίρνει τώρα τη σκυτάλη. Του αποκαλύψαμε και όλα μας τα μυστικά, όπως π.χ. το μυστικό τού Dry Martini Cocktail. Όσοι το δοκιμάσανε, λένε πως είναι στ’ αλήθεια απαράμιλλο!».
Επιβεβαιώνω πως το Dry Martini του Σωτήρη είναι εξαιρετικό. Πριν αποχαιρετιστούμε, ο Λύσανδρος με ρωτάει τι κάνει ο κύριος Ίκαρος. Ο κύριος Ίκαρος είναι, βέβαια, ο συμπότης μου, φίλτατος συγγραφέας Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, που έχει γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο με τον τίτλο «Αu Revoir - Σημειώσεις στη σκιά μιας συνάντησης» (εκδόσεις Νεφέλη, 1999). Η αύρα του Au Revoir ποτίζει τις σελίδες και περνάει στην αιωνιότητα, λες και το σύμπαν θερμαίνεται σαν ένα καλοριφέρ και η κάπνα φωλιάζει ανάμεσα στις φέτες του. Υποσχέθηκα στον Λύσανδρο πως σύντομα θα τον επισκεφτώ, πέρα από τα σόλο άλμπουμ του, μαζί με τον συγγραφέα για ένα ακόμη ποτό στην μπάρα.
Ίκαρε, με διαβάζεις;
Και, Ίκαρε, όπως έγραψες κι εσύ,
«Θα ξαναπήγαινε. Θα ξαναπάει. Ξαναπήγε».
Au revoir!

*Θωμάς Γκόρπας
Πηγή: LIFO

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου