Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

rodes - xartaetos


Στίχοι: Νικήτας Κλιντ

Μουσική: Ρόδες

Πρώτη εκτέλεση: Ρόδες

Καμαρώστε με κυρίες και κύριοι

Είμαι ένας χαρταετός με χρώματα τρελά
Με γεννήσαν δυο τεμπέληδες εργάτες
Είπαν και οι δυο τους στα κρυφά πως θα πιάσω πολλά
Και ξέρεις κάτι ρε συ;
Είχανε δίκιο
Καθαρά Δευτέρα σήμερα και βρέχει απ' το πρωί

Μα εγώ χορεύω πάνω απ' τη συννεφοσκεπή
Στέλνω χαιρετίσματα,γιορτάζω την φυγή
Σαν τους παλιούς πειρατές έχω μεγάλα σκουλαρίκια
Και μιαν ουρά σαν αρχαίος διάκος

Πως μ' αρέσει να πετάω πάνω απ' την αλήθεια
Να μου φαίνονται όλ' αστεία και μικρά και αλλιώς
Ν' ακούω τις φωνές από τα σπίτια
Να παραλλάζω αρρωστημένα μυστικά
Δεν μετανιώνω και αν τον χρόνο έφερνα πίσω
πάλι το σπίρτο μου θα έκαιγα και θα 'στελνα φιλιά

Chorus
Φεύγω και στέλνω σ' όλους σας φιλάκια
Θέλω να φτάσω τ' αστεράκια
Για να γλιτώσω απ'τ' ανθρωπάκια
Θέλω να φύγω μακριά

Κ' ενώ οι τρελοί κάτω κρατάνε σημειώσεις ασταμάτητα για το αύριο και την πιθανότητα
Υποανάπτυκτα πρωτεύοντα στέλνουν ανθρώπους σε τροχιά μ' έναν πράσινο Πήγασο
που 'χει μια κόκκινη νυχιά
στα πλευρά
Και 'γώ εστιάζω από ψηλά σαν τατουάζ της ασφάλτου και στα χίλια σκυλιά
που φυλάν την απαγορευμένη πόλη
Και με καίει η βροχή σαν να βρέχει βιτριόλι

Μα το σκάω μετά και χώνομαι κάτω απ' τα εμπόδια
Τα ηλεκτροφόρα καλώδια
Και την κεραία της Βαβέλ
Μου αφήνει δυο αναμνηστικά καψίματα στην ουρά
Βουτάω να τα σβήσω βιαστικά
στο ποτάμι με τα παλιοσίδερα
Όλα μου τύχαν μαζεμένα σήμερα
Σαν να χω δέρμα φιδιού και δρακόντεια αρματωσιά
Την βγάζω καθαρή
Μου στέλνει η νύχτα την δροσιά

Και αναμνηστικά cartpostal από μακριά
σ' όσους μας κράτησαν χαμηλά
σ' όσους μας κράτησαν μακριά

Chorus
Φεύγω και στέλνω σ' όλους σας φιλάκια
(Καμαρώστε με κυρίες και κύριοι)
Θέλω να φτάσω τ' αστερακια
(Είμαι ένας χαρταετός με χρώματα τρελά)
Για να γλιτώσω απ' τ' ανθρωπάκια
(Και ξέρεις κάτι ρε συ
Στέλνω χαιρετίσματα, γιορτάζω τη φυγή
Σαν τους παλιούς τους πειρατές)
Θέλω να φύγω μακριά
Θέλω να φύγω μακριά

Λαλαλαλαλαλαλα
λαλαλαλα

http://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=6jXtD-bND20#!

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

Η μαμά μου η αγορά - Νένα Βενετσάνου



Μουσική : Πέτρος Βαγιόπουλος
Στίχοι : Μανώλης Ρασούλης
Ερμηνεία : Νένα Βενετσάνου

Η μαμά μου η αγορά

Η μαμά μου η αγορά όλο με συμβουλεύει
Κι ο Σωκράτης μου μιλά και όλα τα δασκαλεύει
Η μαμά μου η αγορά στα φώτα της με ρίχνει
Κι ο Διογένης ου γελά τον ήλιο του μου δείχνει

Όλα πουλιόνται κι όλα αγοράζονται
Μα αυτοί φιλιόνται ,φιλιόνται κι ούτε νοιάζονται
Όλα πουλιόνται κι όλα αγοράζονται
Λαοί χτυπιόνται και οι σαύρες λιάζονται

Όλα πουλιόνται κι όλα αγοράζονται
Λαοί χτυπιόνται και οι σαύρες λιάζονται

Η μαμά μου η αγορά συνέχεια με χαϊδεύει
Κι ο Χριστός που με κοιτά τις σκέψεις μου αλιεύει
Η μαμά μου η αγορά μου λέει που να πάω
Κι η Αφροδίτη σιγανά μου λέει να σ αγαπάω

Όλα πουλιόνται κι όλα αγοράζονται
Μα αυτοί φιλιόνται ,φιλιόνται κι ούτε νοιάζονται
Όλα πουλιόνται κι όλα αγοράζονται
Λαοί χτυπιόνται και οι σαύρες λιάζονται

Όλα πουλιόνται κι όλα αγοράζονται
Λαοί χτυπιόνται και οι σαύρες λιάζονται
http://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=XPFW8O0YDIo#!

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Φυγή προς τα εμπρός





του Θοδωρή Γκόνη

Το όχι το έχουμε, για το ναι πάμε.

Μην παίρνεις μαζί σου πολλά. Τα αναγκαία. Δυο άδεια χέρια είναι αρκετά. Λένε πως ήταν τα φτερά των ξεπεσμένων αγγέλων. Μη σε τρομάζουν τα όχι, τα μη και τα κλάματα. Πάνω σ’ αυτά θα προχωρήσεις, θα χτίσεις. Ξέρεις εσύ. Είναι κόλπο. Το έμαθες καλά. Ποτέ δεν παίρνουμε τα όχι των άλλων προσωπικά, όσο κι αν αυτά σημαδεύουν την καρδιά. Τα γυρίζουμε σε ναι. Εκεί. Τα μέσα έξω. Τον τριμμένο γιακά

Παλιά μας τέχνη κόσκινο. Τελεία λοιπόν. Δεν μπορείς ν’ αναβάλεις. Φυγή προς τα εμπρός.

Πίσω είναι οι συγγενείς και οι φίλοι. Αυτοί στήνουν τα στρατοδικεία. Άσε τα ζώδια και τις ζωολογίες. Μη χάνεις χρόνο με τις αναλύσεις και τα δελτία καιρού. Αν πρέπει να κολλήσεις στη λάσπη, κόλλα, ξεκόλλα, προχώρα. Όσο για τ’ άστρα, αν δεν είναι ευνοϊκά: «δε φταίει τ’ άστρο μας φίλε Βρούτε». Έχεις το δικό σου φως.

Μάθε να αντέχεις την παρατήρηση και την αδικία. Γυμνάσου, ετοιμάσου. Πρέπει να αποκτήσεις αυτή την κουλτούρα πριν από την επιθυμία για νερό. Για ψωμί. Είναι πριν από τη δίψα και την πείνα. Πολύ πιο πάνω από αυτά τα δύο.

Μπες στη μεγάλη Aιγυπτιακή γραμμή. Mερμήγκι. Θα ’ρχεται ο καιρός σαν το μικρό παιδάκι να σου βάζει εμπόδιο ένα σπιρτόξυλο, μια τρικλοποδιά, ένα όχι, μια απόρριψη. Κόλπο. Ξεκίνα ξανά. Κύκλωσε. Προσπέρασε από τα πλάγια. Σκάψε εν ανάγκη με τα χέρια σου ένα λαγούμι. Βγες ξαφνικά μπροστά. Χωρίς πανηγυρισμούς. Ξαναπιάσε τη γραμμή. Προχώρα. Κι αν σε αρπάξει ένα χέρι από αυτά που- τα ξέρεις, τα γνώρισες - και σε γυρίσει πάλι πίσω στην αρχή, που είναι το τέλος, το ξέρεις κι αυτό, το γνωρίζεις, φύγε πάλι, ξεκίνα. Χωρίς παράπονα. Διηγήσου στον εαυτό σου την ιστορία που σου αρέσει να λες και να ξαναλές, τελειοποιώντας την. «Ένας σπόρος είχε την ατυχία να πέσει πάνω όχι στο χώμα αλλά στην παραχωμένη σόλα ενός παπουτσιού. Τι έκανε για να προχωρήσει; Έβγαλε χιλιάδες ρίζες. Βρήκε τις μικρές τρυπίτσες της παλιάς αυτής πεταμένης σόλας, πέρασε με το πείσμα του μέσα από ’κει και προχώρησε. Πολύ πιο δυνατός από τους άλλους, που πέσανε κατ’ ευθείαν στο εύφορο χώμα».

Μην αναβάλεις λοιπόν.

Πηγή: protagon

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

ΑΜΑ ΤΑ ΠΑΡΩ

ΚΙΤΡΙΝΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ

Κι άμα τα πάρω, θα πάρω φόρα, θα σας ρημάξω στις κλωτσιές στην ανηφόρα
Άμα τα πάρω δε θα μπορέσουν δυο διμοιρίες από ΜΑΤ να με βολέψουν
Κι έτσι πλανιέμαι, έτσι ξεχνιέμαι, κρύβομαι μέσα μου και κάνω πανικό
Έτσι πλανιέμαι, έτσι ξεχνιέμαι, τη φαντασία μου χορεύω στο κενό

Αξιοπρέπεια κι αρχές λείπουν ταξίδι και την καρδιά μας που διψά ποτίζουν ξίδι
Ματαιόδοξοι μασόνοι κυβερνάνε ρε μα οι μεγάλοι χορηγοί που πολύ μας αγαπάνε
Θα μας γλιτώσουν, είναι σπουδαίοι! Θα μας αφήσουν να ρημάξουμε στα βράχια τελευταίοι
Δημοκρατία κι αξιοκρατία πλέον πωλούνται σε πανέρια σε ευκαιρία!
Μα εμείς πονάμε αυτό τον τόπο, σφίγγουμε δόντια και λουριά για την Ελλάδα ρε γαμώτο
Νομίζουμε ποτέ δε θα μιλάμε, όμως τα πρόβατα τους λύκους θα τους φάνε!

Μα εγώ θα ζήσω μέσα στη μέρα, θέλω τα χέρια να σηκώνω στον αέρα
Θέλω τον ήλιο και οξυγόνο κι αυτό το μέλλον με ελπίδα ανταμώνω
Αχ Ελλάδα σ αγαπώ και βαθιά σ ευχαριστώ που με έμαθες ποτέ να μην κωλώνω!

Γίναμε σκλάβοι δέκα τυπάκων που τον πλανήτη τον κρεμάνε σα μπρελόκ
Θερίζουν πλούτη και σπέρνουν πείνα, θέλουν να δουν να φτύνουμε αίμα στη ρουτίνα
Νοιάζονται τόσο για τα παιδιά σου, τους ψηφοφόρους που χεις μέσα στην κοιλιά σου
Θα τους σπουδάσουν, δουλειά να πιάσουν και με ρουσφέτια υποκλίσεις να χορτάσουν

Μα εγώ θα ζήσω μέσα στη μέρα, θέλω τα χέρια να σηκώνω στον αέρα
Θέλω τον ήλιο και οξυγόνο κι αυτό το μέλλον με ελπίδα ανταμώνω
Θέλω οξυγόνο, θέλω να ζήσω, θέλω να ζήσω, ΘΕΛΩ ΝΑ ΖΗΣΩ!


ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΚΛΑΨΩ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Πήρα το δρόμο, το στρατί, πήρα το μονοπάτι,





Πήρα το δρόμο, το στρατί, πήρα το μονοπάτι,
και στης καρδιάς σου βρέθηκα, μπροστά, το σκαλοπάτι,
να σε ρωτήσω να μου πεις, η αγάπη όταν πονάει,
έτσι γυμνή κι αιμόφυρτη πού φεύγει και πού πάει.

Ίσως και να 'φτασα αργά και σ' έχει αλλάξει ο πόνος
και της καρδιάς σου τα κλειδιά τα 'χει σκουριάσει ο χρόνος,
ίσως και να 'φτασα αργά κι η αγάπη δε γνωρίζει,
να κάνει νέο το παλιό κι απ' την αρχή ν' αρχίζει,
να κάνει νέο το παλιό κι απ' την αρχή ν' αρχίζει.

Μετάνιωσα και πόνεσα που πήρα λάθος δρόμο
κι από τα μάτια μου έχασα τον πιο ωραίο κόσμο,
προσπάθησα, μα δεν μπορώ να ζήσω μακριά σου,
γι' αυτό και πάλι σου χτυπώ την πόρτα της καρδιάς σου.

Ίσως και να 'φτασα αργά και σ' έχει αλλάξει ο πόνος
και της καρδιάς σου τα κλειδιά τα 'χει σκουριάσει ο χρόνος,
ίσως και να 'φτασα αργά κι η αγάπη δε γνωρίζει,
να κάνει νέο το παλιό κι απ' την αρχή ν' αρχίζει,
να κάνει νέο το παλιό κι απ' την αρχή ν' αρχίζει.

Ίσως και να 'φτασα αργά κι η αγάπη δε γνωρίζει,
να κάνει νέο το παλιό κι απ' την αρχή ν' αρχίζει,
να κάνει νέο το παλιό κι απ' την αρχή ν' αρχίζει.


Πούλα με

Πυξ Λαξ

-

Να προσέχεις!


Του Θοδωρή Γκόνη

Αιχμάλωτος, κολλημένος μ’ αυτήν την πόλη, μην μπορώντας ν΄ αλλάξω αυλάκι, δίσκος παλιός, γυρίζω μοναχός. Χαζεύω περιμένοντας, παρατηρώ, βλέπω. Βλέπω το ποδήλατο.


Λευκό, γαλάζιο, πράσινο. Τους ποδηλάτες. Παιδιά, αγόρια, κορίτσια, σαν τα κρύα τα νερά. Μπουκέτα ολάνθιστα. Μαλλιά αναμμένα. Να ελίσσονται, να γλιστρούν, να τρέχουν, να πολεμούν, να μάχονται, να χάνονται, να έρχονται, να φεύγουν, να παλαβώνουν, να λαβώνουν, να ισορροπούν, να ορμούν, -θεέ μου κάνε να μην πέσουν- να ανεβαίνουν, να κατεβαίνουν, ζικ-ζακ, βουτιές, πατητές, τρίπλες, μπασίματα, σπασίματα, ανάμεσα σε ΙΧ, λεωφορεία, τρόλεϊ, μηχανές και μηχανάκια. Με iPod στ’ αυτιά τους και αέρα στα φτερά τους.

Τι αφιλόξενοι δρόμοι για το πεντάλ, το κουδούνι, την ορθοπεταλιά, την ομορφιά, τη ζαβολιά, το φανάρι, τη ζάντα, τη λεζάντα, την ακτίνα, την αλυσίδα, τη σέλα, την σαμπρέλα, την τρέλα.

Κάθομαι στις γωνιές, σαν τις γυναίκες τις παλιές, τους σταυρώνω, τους φτύνω, να μην πάθουν κανένα κακό, να μην τσακιστούν. Βλέπω τα ποδήλατά τους, αστραφτερά, παρκαρισμένα στις στάσεις του μετρό, στις σχολές, στις δουλειές, κλειδωμένα με αλυσίδες πολύχρωμες, χειροπέδες, βραχιόλια σε όμορφα χέρια και τα χαζεύω σαν το μικρό παιδί.

Τους βλέπω να τα φορτώνονται στους ώμους τους- οικοδόμοι άλλου ουρανού, άλλου τραγουδιού - όταν συναντούν ανηφόρες, κατηφόρες επικίνδυνες ή όταν κουράζονται κι εκείνα. Τους βλέπω να κάθονται σε υπαίθρια καφέ μαζί τους, να τα ξεσελώνουν και να ξεσαλώνουν. Τους καμαρώνω.

Δε ξέρω πόσο στοιχίζουν τώρα τα ποδήλατα, αν τα αγοράζουν με δόσεις, δυσκολίες κι ευκολίες. Όμως, σκέφτομαι τι ωραία θα ήταν να ξανάνοιγαν εκείνα τα παλιά καταστήματα, αυτές οι πόρτες, οι πορτάρες, οι λαχτάρες, που νοίκιαζαν ποδήλατα με την ώρα, με τη μέρα, με το μήνα και να ταξιδεύαμε όλη την Αθήνα.

Να ‘ναι στημένα, βαλμένα απ’ έξω, με τάξη, σε βάσεις μερακλίδικες, χρώματα, σχήματα, μεγέθη, σημαιάκια και σημαίες, αντρικά, γυναικεία-με το καλαθάκι- παιδικά-με τις βοηθητικές- κουδουνάκια, προβατάκια, φλόγες, σπίθες, στη σειρά.

Να έρχεσαι, να δίνεις τ’ όνομά σου και να παίρνεις τη χαρά σου. Κι αν πέφτεις κι αν χτυπάς και γρατζουνάς τα γόνατά σου, να έρχεται πάντα η μαμά σου με σουλφαμιδόσκονη και γάζα στα όνειρά σου.
Να προσέχεις, γειά σου!

ένα άρθρο των πρωταγωνιστών